100 χρόνια από την γέννηση του μεγάλου ποιητή Νικηφόρου Βρεττάκου

Εἰρήνη εἶναι ὅταν…

Εἰρήνη, λοιπόν,
εἶναι ὅ,τι συνέλαβα μὲς ἀπ᾿ τὴν ἔκφραση
καὶ μὲς ἀπ᾿ τὴν κίνηση τῆς ζωῆς. Καὶ Εἰρήνη
εἶναι κάτι βαθύτερο ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ ἐννοοῦμε
ὅταν δὲν γίνεται κάποτε πόλεμος.
Εἰρήνη εἶναι ὅταν τ᾿ ἀνθρώπου ἡ ψυχὴ
γίνεται ἔξω στὸ σύμπαν ἥλιος. Κι ὁ ἥλιος
ψυχὴ μὲς στὸν ἄνθρωπο.

(ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ ἔργο: Δυὸ ἄνθρωποι
μιλοῦν γιὰ τὴν εἰρήνη τοῦ κόσμου)

Γεννήθηκε στις Κροκεές Λακωνίας την 1η Ιανουαρίου 1912. Έζησε τα παιδικά του χρόνια στο πατρικό του κτήμα στην Πλούμιτσα, κοντά στον Ταΰγετο και τα μαθητικά του στις Κροκεές και το Γύθειο, από το Γυμνάσιο του οποίου αποφοίτησε.

Νέος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα για σπουδές που δεν πραγματοποίησε και άσκησε διάφορα επαγγέλματα ως ιδιωτικός υπάλληλος (1930-1938) και έπειτα ως δημόσιος υπάλληλος (1938-1947) και ως φιλολογικός συντάκτης περιοδικών και εφημερίδων.

Πήρε μέρος στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-41 και ύστερα στην Εθνική Αντίσταση από τις γραμμές του ΕΑΜ.

Το 1954 εξελέγη δημοτικός σύμβουλος στον Πειραιά. Την περίοδο της δικτατορίας (1967-74) έζησε αυτοεξόριστος σε χώρες της Ευρώπης.

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος είναι ενας σημαντικός σύγχρονος Έλληνας ποιητής, που διακρίνεται για τον βαθύτατο ανθρωπισμό της ποίησής του και την ιδιομορφία των εμπνεύσεών του. Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Υπήρξε μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών. Πήρε μέρος σε πολλά ποιητικά συνέδρια και φεστιβάλ στο Λονδίνο, στην Αχρίδα της τότε Γιουγκοσλαβίας κ.α. Τιμήθηκε με δύο Πρώτα Κρατικά Βραβεία (1940 και 1956), το Βραβείο Εθνικής Αντίστασης (1945), το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1976), με το βραβείο Ουράνη κ.ά. Το 1980 πραγματοποίησε τα αποκαλυπτήρια του μνημείου του «αγνώστου ναυτικού» στο λιμάνι του Γυθείου.

Το 1987 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Ήταν κάτοικος Αθηνών (οδός Φιλολάου) και ομιλούσε Γαλλικά και Ιταλικά. Ο Νικηφόρος Βρετάκος απεβίωσε στις 4 Αυγούστου του 1991. Ο Δήμος Αθηναίων απονέμει ένα λογοτεχνικό βραβείο στη μνήμη του. Το Αρχείο του έχει δωρηθεί και σώζεται στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σπάρτης.

—————————————————————————————————————————–

Η ποίησή του, πλημμυρισμένη από βαθύ ανθρωπισμό, συνδυάζει το ρεαλισμό με τη λυρική έξαρση. Και μαζί μ’ αυτά τη βαθυστόχαστη κριτική ματιά, με την απόλυτη συναίσθηση ότι ασκεί υπεύθυνα ένα πολύ σημαντικό κοινωνικό λειτούργημα, το λειτούργημα του πνευματικού δημιουργού. Το φως που πλημμυρίζει το έργο του σαν έννοια και σαν λέξη, δεν ήταν για εκείνον μόνο το φως του ήλιου, αλλά και «το φως κάθε δίκαιας πράξης». Το μεγαλύτερο μέρος της δημιουργίας του ανθίζει σε χρόνια δραματικά για τον τόπο μας, σε συνάρτηση με τη γενικότερη πορεία της ανθρωπότητας. Ο ίδιος πίστευε πως «ο ποιητής δεν είναι ένα άτομο ξεκομμένο από τον υπόλοιπο κόσμο…Δεν μπορεί να νοηθεί έξω από τη ζωή, από τα φαινόμενα, από τα γεγονότα, από τις παραστάσεις της. Είτε το θέλει είτε όχι είναι φτιαγμένος από τη «μοίρα» του να είναι ο ευαίσθητος δέκτης τους». Και αυτό το αποδεικνύει μέσα από το μεγάλο έργο του.

Με τον τρόπο του και τη μεγάλη ευαισθησία του παίρνει θέση απέναντι σε όσα συντελούνται γύρω του. Στα δύσκολα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, της Κατοχής και της Αντίστασης στάθηκε στο πλευρό του μαχόμενου λαού. Η ένοπλη ιμπεριαλιστική επέμβαση το Δεκέμβρη του 1944 και ο αγώνας του λαού της Αθήνας να διαφεντέψει τη μοίρα του τόπου γίνεται η πηγή έμπνευσης της μεγάλης ποιητικής του σύνθεσης «33 μέρες» – γραμμένη σε πεζό – που αποτελεί ύμνο στους αγώνες του θρυλικού λόχου φοιτητών «Λόρδος Βύρων».

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος με παιδιά μουσικούς – χορωδούς του Πολιστιστικού Συλλόγου της γενέτειράς του. Φωτογραφία από το βιβλίο του Πέτρου Λιακάκου «Η Μικρή μας Πόλη» (Κροκεές – Λεβέτσοβα)

Ομως και αργότερα, κάτω από άλλες συνθήκες, οι σκέψεις, η αγωνία του ποιητή απέναντι στη βαριά «μοίρα» του άνεργου ή του εργάτη μέσα σ’ ένα εκμεταλλευτικό σύστημα, βρίσκουν έκφραση σε στίχους όπως:

«Του εργοστασίου η πόρτα είναι από σίδερο. Εχει

στο μέσο δυο κάγκελα. Πίσω απ’ τα κάγκελα

δυο μάτια που σφάζουν. Ο επιστάτης κοιτάζει

την ουρά των ανθρώπων που στέκονται απ’ έξω –

μια σειρά σταυρωμένα χέρια και πρόσωπα.

Κάνουν μια κίνηση όλοι μαζί,

στυλώνουν τ’ αυτιά, κρατούν την ανάσα ν’ ακούσουν.

«Μεσημέριασε. Ο κύριος διευθυντής δεν θα ρθει.

Αύριο πάλι. Πρωί. Πιο πρωί».

Και φεύγουν σκυφτοί. Περπατώντας, κοιτάζουνε γύρω τους,

σα να ψάχνουν να βρουν ένα βάραθρο – Οχι

να κλάψουνε, όχι να ψάξουν για τίποτα.

Να ρίξουν τα χέρια τους». («Ανεργοι», 1959)

και

«…Πάνω του πέρασαν όλοι οι καιροί:

ο εργοδότης του, η φτώχεια του, ο πόλεμος.

Δεν πουλάνε γι’ αυτόν τα καταστήματα τίποτα.

Δεν έχει μετά πού να πάει. Στους πέντε

περιφέρεται δρόμους της γης όταν κλείνει

το μαγαζί του ο ήλιος» («Στους πέντε δρόμους»)

Ενα από τα κύρια χαρακτηριστικά της ποίησης του Ν. Βρεττάκου είναι το βαθύ μίσος για τον πόλεμο σε αντιδιαστολή με την απέραντη αγάπη του για την ειρήνη. Μια αγάπη – αληθινό πάθος – που σφραγίζουν μεγάλο μέρος της δημιουργίας του. Από τις πιο μεγάλες στιγμές της ποίησής του είναι το «Δύο άνθρωποι μιλούν για την ειρήνη» και η συγκλονιστική ποιητική του σύνθεση «Στον Ρόμπερτ Οπενχάιμερ». Δημοσιεύτηκε το 1954, χρονιά δικαστικής δίωξης του κορυφαίου Αμερικανού φυσικού Ρόμπερτ Οπενχάιμερ, γνωστού ως «πατέρα της ατομικής βόμβας» με χρήση ουρανίου, επειδή, έχοντας δει τον όλεθρο που έσπειρε η βόμβα του στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, αντιτάχθηκε στην απόφαση της πανίσχυρης «Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας» για κατασκευή και βόμβας υδρογόνου.

 

«Φίλε Οπενχάιμερ,

λάβαμε

τις τελευταίες ειδήσεις σας.

Φορτωμένα τις μέρες αυτές, τα ερτζιανά κ’ οι ασύρματοι

πάνε και φέρνουν, σ’ όλο τον κόσμο, τη σιωπή και τη θλίψη σας.

* * *

Αλλά, φίλε Οπενχάιμερ, όχι,

δεν προσθέσατε τίποτα στην καρδιά μας. Η πράξη σας

έμεινε πράξη. Η σελίδα σας έκλεισε.

Τ’ ανάλαφρο σαν αστέρι όνομά σας

έγινε στάχτη στη Χιροσίμα.

* * *

Τι να σας κάνουμε; Πού

να σας κρύψουμε; Οπου

κι αν σας βάλει κανείς

σαν πύργος πανύψηλος

θα κρύβετε πάντοτε

ένα μέρος του ήλιου.

* * *

Δεν υπάρχει πια δέντρο να καθίστε στη ρίζα του.

Η στέγη του σύμπαντος δε θα σας ήθελε.

Εμείς, άνθρωποι απλοί,

σας εγκαλούμε: Εν ονόματι

της χρυσής άμμου των ουρανών

και της πανσπερμίας του πλανήτη μας

σας εγκαλούμε: Ακούστε μας!

Δεν έτυχε, φίλε Οπενχάιμερ, ποτέ, να σκεφθείτε με πόσα

δάκρυα φτιαχτήκαν οι κήποι του κόσμου;

* * *

Πώς σας διέφυγε,

φίλε Οπενχάιμερ,

– ένα σύνολο από

μικρά και μεγάλα

θαύματα – ο άνθρωπος;

* * *

Από μας και για μας ξεκινούν οι οδοί και τα έργα του σύμπαντος. Χωρίς εντολή

πώς τολμήσατε, φίλε Οπενχάιμερ; …».

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s